ρυμουλκώντας

формы словаβ
ρυμουλκώντας



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ρυμουλκώντας? —


αναποτελεσματικόςστερημένοςκανναβίσιοςολογράφωςχέδρωψκρίνοςθολασσώψαθοποιόςανταποκριτικόςηλεκτρομετρίαυπερχλωριούχοςτσιμπάωδιαφλέγωμεταθετόςαρτηρίαπεριβαλλοντικόςξαναλέωκυριαρχώζοριλίκιπεντατομικόςαμπελίδα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit