συνέλαβα

формы словаβ
συνέλαβα
αόρ. от συλλαμβάνω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово συνέλαβα? —


ρυπτικόςεπιστήθιονριπήημικυρίαρχ|οςακράτωςαγρυρομαραγγιάζωσούφρωμαφετιχολάτρηςαπογεματινόςπόλιςαποβαίνωψύξηελαιόπλακούςδεκαρολογίαανόργωτ|οςαλέπιαστ|οςανευρίσκωκαραϊβικόςαμυγδαλωτόγνάψιμοχελωνοβότανο





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit