απεργοσπάσττρια

формы словаβ
απεργοσπάσττρια
η штрейкбрехер



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово штрейкбрехер? — απεργοσπάσττρια
как с (ново)греческого переводится слово απεργοσπάσττρια? — штрейкбрехер


χειροτεχνικόςμονογένεσηδιμηνιόανταγωνιστικόςταχυκίνητοςξελάφρωμακρυσταλλοειδήςΑφγανόςεπίγρυποςανάρμοστοςφημίζωφιλδισένιοςφτωχαδάκικυβόλεξοφτωχαίνωσμίκρυνσηασχημοκαμωμένοςπροξενώδιάτρημαμεταλλίτηςαυγουλάτος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit