Φανερωμένη

формы словаβ
Φανερωμένη



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово Φανερωμένη? —


άσφαλοςσοσιαλδημοκρατίασταθερώνωφιλέκδικοςβαμβακοκάρυονπυρακτώνομαιενιαχούγαργάρισμόςτεζαρισμένοςυπολαμβάνωαπογευματίζωεικοσιτετράωροςκτένισμααηδονοφωλιάαξέσφιχτοςπόδιονδάκρυυγιεινολόγοςγαϊτανοφρυδούσαλυγιστόςαμφιρρέπω





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit