υπερπλήρωση

формы словаβ
υπερπλήρωση



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово υπερπλήρωση? —


παραλήπτριαγυαλίζωδιαναπαύομαιξεσχίζωκλωνόγυρτοςλούρδοςΣουηδίατοπομαχώωραιοποίησηδιβουλίαγλυκοπυρώνωαντρόκαρδοςφίνααποξεριζώνωαναρμονικόςσήμεριςεκμεταλλευόμενοςσκανδαλιάπόρισμαΑικατερίνμπουργκεύνομος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit