μικροβιοφάγ|ος

формы словаβ
μικροβιοφάγ|ος
1. фагоцитный;

2. :
          τά ~α — фагоциты



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово фагоцитный? — μικροβιοφάγος
как с (ново)греческого переводится слово μικροβιοφάγος? — фагоцитный


ετεροθαλήςκατασπάζομαιμετωρίζομαιδιαθρύπτομαιδιαχειριστικάαντεπικρίνωαπεριτοίχιστοςαναμαζώνωιάγοςμαζύέτιβιγλάτοραςζωολατρίαορμαθιάστροβιλίζομαιμικρανεψιάπορτιέρηςυπόδεσηαλυσιδίτσαέγκρυπτοςμακροημερεύω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit