αυτοτιτλοφορούμεν|ος

формы словаβ
αυτοτιτλοφορούμεν|ος
1. самозванный;

2. (о) самозванец



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово самозванный? — αυτοτιτλοφορούμενος
как на (ново)греческом будет слово самозванец? — αυτοτιτλοφορούμενος
как с (ново)греческого переводится слово αυτοτιτλοφορούμενος? — самозванный, самозванец


αποτυχεμένοςγονιόςκληροδοτώυπερταξικόςαντεκδίκησησθεναράπόσιμοςβίντσιαναξιοποίητοςζεύξηημιαυτοματικόςαρχοντογειτονιάμπιτζάμαγνοιάζειλαχανόφυλλουψίπεδοπαλαιοχριστιανικόςβουτυροποιείονυποβιταμίνωσημάγγανοςεμβληματικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit