επέταξα

формы словаβ
επέταξα
αόρ. от πετώ



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово επέταξα? —


Σκωτσέζασμίκρυνσημάρκαάπειροενέχωυπαλείφωγάμμαυψοδείκτηςμαυρομάτηςεπισπεύδομαιστυγερόςονειδισμόςηφαιστειολόγοςεπίκαυμαεμπεποτισμένοςδασμολογικόςαναξιότητακτήνοςξεπίτηδεςθεραπευτικόςνοομάντής




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit