μισθολόγιο

формы словаβ
μισθολόγιο
το тарифная сетка;
          ο καθορισμός τού ~ίου — тарификация заработной платы



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово тарифная сетка? — μισθολόγιο
как с (ново)греческого переводится слово μισθολόγιο? — тарифная сетка


προσεπικυρώνωέκκαυμαπαρατράβηγμαενέθηκαπαραπόρτιαποτυφλωτικόςηλεκτραρνητικόςλιποβαρέςνενομισμένοςπνευμονόκοκκοςασδερεύωχρυσαυγήασυνάρτητοςζωέμποροςστυλιζάρωδιχάζωμεταξουργείοπελαγοδρομώβουτυρίλαδαμασκηνίδόνταρος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit