εμπορευματοποιούμαι

формы словаβ
εμπορευματοποιούμαι



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово εμπορευματοποιούμαι? —


μοσχομυρωδάτοςαιματώνωκυπρίκαρπολόγίαεπιθυμητικόπαραγνωρίζωΦιλλανδήδηλωτικόκαταλαλάωμουλαριάρηςδερβίσικοςαεριστήραςμανδύαςατολμίακατηφόρισμαβαρκάρισσαψευδομαρτυρίαακουστάθωπευτικάουρλιαχτόθύρσος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit