μοναρχικός

формы словаβ
μοναρχικός
1) монархический;
          ~ό καθεστώς (πολίτευμα) — монархический строй, монархия



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово монархический? — μοναρχικός
как с (ново)греческого переводится слово μοναρχικός? — монархический


καταξεραίνωεγκαλλώπισμαεπιπλέωδαυλόςτιναγμόςδασύστερνοςαυτόγραφοςαιώρημανευρογλοίακατάστικτοςπυροβόλοςφανελλάςκομμουνίστριααφγανικόςσκιάξιμοαντεισαγωγήαριφνησιάφραμένοςυπότρομοςδιαρροήνηφαλιότητα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit