ουρογεννητικός

формы словаβ
ουρογεννητικός
мочеполовой



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово мочеполовой? — ουρογεννητικός
как с (ново)греческого переводится слово ουρογεννητικός? — мочеполовой


αλλοτρίωσηαποστεγάζωδηλητηριάστριαστεγανόςρωσσιστίκρύφιοςιώβειος υπομονήασθενοφόροςσκαλιστόςελευθερόστομοςεισαγγελικόςπενιχρότηταμήπωςτσοχένιοςσκουπόξυλοφλοκκιαστόςχάρηκααπίδρομοςκοσπεντάρικοαρειμανίωςλιμενάρχης




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit