φωτογράφιση

формы словаβ
φωτογράφιση



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово φωτογράφιση? —


πτηνοτρόφοςχαρχάλιεπιπάσσωεπιβραβεύωγελάκιοργανολογικόςερίνωσηκουρουπιαστόςφουντώνωυπνωτιστικόςανίααπονέριαγροφυσικήαλλιώςαναθεωρητισμόςαεροβάμοναςκολπάκιεξπρεσσιονισμόςαργιλωρυχείοπυλαίοςπηγαδάς





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit