ενυδάτωση

формы словаβ
ενυδάτωση



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ενυδάτωση? —


πειθήνιαξαναγαπίζωγαργαλίζομαιεπίκλειθρονμαβήςβυζαστάρικοβολίμιθερμομέτρημασιδερωτήςσταυραϊτόςγογγυτόμπροστάρηςμέλλονταςγλυκίζωδιασκέδασηεικοσάδραχμοκουτάλαταχύπλουςπροσανάβασηταυτισμόςανδρίκος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit