επιστράτευση

формы словаβ
επιστράτευση
η мобилизация;
          ~ γενική (μερική) — всеобщая (частичная) мобилизация



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово мобилизация? — επιστράτευση
как с (ново)греческого переводится слово επιστράτευση? — мобилизация


πιόνιυποπίπτωπλησίστιοςαεροζογραφικήθωρώΑμερικάναεπικαιρότηταιατρόςχριστιανόςγκιοσέμιπρόκααίπεριττώματαβιβλιοφοβίαλαθρεπιβάτισσαποδηλατιστήςαφρόξυλοροογράφοςεκτείνομαιαψόφιστοςνοσώδης




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit