οντολογικώς

формы словаβ
οντολογικώς



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово οντολογικώς? —


αντάξιοςδεκαεννεαετίαμπουμπουνίζεικουραδούκαβάδιοψιμάδαεπιθαλάσσιοςαγκιστρώδηςχίμαιραεπομένητυπάςαρίδαμπατιρίζωαντιβάλλωξέχειλοςμεταρρυθμίζωμακαρονάδαχλεύασμααγγρισμαβυτίνηταυτισμός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit