χάση

формы словаβ
χάση
η :
          ~ τού φεγγαριού — ущерб луны;

===
          στή ~ καί στή φέξη — очень редко, иногда



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово χάση? —


λιμνοφυήςανόητοςεκτύφλωσηζωοτροφικόςβαθομετρικόςορθοπεδικόςοινοποσίαακλινήςδεσμώτηριονβλεφαρικόςμπουρμπουάραλληγόρημακαπελειόκασίδιεπτάχρωμοςντραμιτζάνανοθογενήςενέχυροβρόχοςαγκίστριεπιδοκιμαστικός
переводы с персидского языка, литовский словарь, каталог




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit