επήγαγον

формы словаβ
επήγαγον
αόρ. от επάγω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово επήγαγον? —


στούκαςοπτασιασμόςστηθοχτυπιέμαιλιμεναρχείοστρατεύσιμοςλετσαρίαεξοπλιστήςβουτυροποιείοεξηνταρίζωσπερδουκλιάαλληλοδιαψεύδομαικοσμοβριθήςπλήρωμαυπεραισθητικόςδροσεράδαειρωνικόςαναστήνωαιματογενήςλιώμασπερματοκτόνοςσεισμόγραμμα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit