ανασπαστήριο

формы словаβ
ανασπαστήριο
το подъёмник



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово подъёмник? — ανασπαστήριο
как с (ново)греческого переводится слово ανασπαστήριο? — подъёмник


αθανάτωτοςκορυφήλάσκααναβαπτιστήςμεταμοντερνιστικόςγνωριστήςμπακαλιάροςαυτοτραυματίαςσυμπονώάγγιχταπαγγερμανιστικόςεδαφιστήριονξεπρήσκομαιπαραλαβήαυτόγραφοοστισδήποτεδασίλαδιάθυρολύνωπαξιμάδικουκκίζω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit