οφειλόμενος

формы словаβ
οφειλόμενος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово οφειλόμενος? —


θειαφένιοςχοιρόδερμαεπαγγελματικάδεκαεφτάαπαγγελίαβέσπασωπαίνωπαλινδρομικώςσυνταχθείσαζυμοειδήςτρώγληηλέκτρισηαφούρνιστοςδασονομείονωθρόςδύσληπτοςεπακριβώςμεταγλωττισμένοςάζευτοςεξοφλητικόςκατάδικος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit