διαψεύδομαι

формы словаβ
διαψεύδομαι



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово διαψεύδομαι? —


ξεκάθαραπερικλείωξενιτεύομαιεξακοντισμόςαντιδηλώνωσμύριςαποσχάζωνίψιςεπωασηκόςπρύμισμαγλυφανίζωλαλαγγίταάοκνοςαντιδημοηκότηταπολυίατρείοσεισμογενήςμεταφύτευσηδρύπηνομισματολογικόςξαπλωταριάπαραγγελιά




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit