περιθωράκιο

формы словаβ
περιθωράκιο



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово περιθωράκιο? —


μερομίστισφήξαπύλωτοςαυτενέργητοςανάπλωτοςντρένιοςαχωνευσίααυστραλιανόςύδωρλιθογλυπτικήκατακλείδιμαχαιροποιείοπαρακοήΛόντραεπισωρευτήςαποκόβωνεοφοβίααρζαντέασύλληπτοςκουράδωπλόσκα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit