Δημήτριος

формы словаβ
Δημήτριος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово Δημήτριος? —


ΒενετόςλίξηςβήλαστρούγκαερχόμενοςπαραχαράζωτηλεφωνικόςαντανακλαστικόςμονύελονυχτομαθημένοςΔανόςγόοςψεκασμόςτορβάςκαψαλιστόςαντιπαροχήεπανόρθωσημοσχοβόλοςπολυέσπλαχνοςκοντούτσικοςγρασερός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit