εμποροϋπάλληλος

формы словаβ
εμποροϋπάλληλος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово εμποροϋπάλληλος? —


εβραιοσύνημαγειρικήκομπανιαμέντοβαθύσκιωτοςπάτοςκαταβιβάζωβώλαξαπότιςισχυροποιούμαιερίφηςφυλλοκάρδισυνάνθρωποςακρινόςποιημάτιονλιόχεντραπολυκαιρινόςαλουσίακαφουράεπιφυλλίδαμαστοριάεξαργυρωτέος





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit