στόλ|ος

формы словаβ
στόλ|ος
ο флот;
          πολεμικός (εμπορικός) ~ — военно-морской (торговый) флот;
          ~ τών ποταμών или ποτάμιος ~ — речной флот



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово флот? — στόλος
как с (ново)греческого переводится слово στόλος? — флот


ξεφαντώνωεξάπλωσηστιβαρότητααποζητώαζώγρητοςερματισμόςσυνταυτίζωκλάψιμοχουφτώνωσησαμέλαιοξεχειμώνιασμαευθυπορώριπίζωαπλάνιστοςπεντακάθαροςδερματουργίασιγαροθήκηΑναξιμένηςεισπρακτορίνατσιουκανίζωανάρρηχος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit