εξιλεώνομαι

формы словаβ
εξιλεώνομαι
искупать (свою) вину;
          αδύνατον νά ~ωθώ απέναντι του — [phrase]я не смогу искупить свою вину перед ним[/phrase]



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово искупать вину? — εξιλεώνομαι
как с (ново)греческого переводится слово εξιλεώνομαι? — искупать вину


διπλώτριαεκπιεστήριονεπιπλάδικοδοκίμασμααχνοβολήαποτελειωμένοςοδογέφυρατσάπισμαεισαγωγικόςακραίοςτεκτονικόςερπετοειδήςμονολιθικάλεπτουργήςλιγώτεροωολογίαγυφταρειόεξοικειώνομαικατάπλαταταραχτικόςαμολλητός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit