προνοιακός

формы словаβ
προνοιακός



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово προνοιακός? —


συντέμνωαυγουλωτόςοφιοειδήςερμηνεύωθεατρινίστικοςφωτομετρικόςπαρακεντώαλιαετόςκουκλάκιαςαπεργιακόςημιαναίσθητοςαποτραβιέμαικαρδιολογίαεπινεύωδιορθωτήςσαρακοστεύωαναστεναγμόςκαραβοκύρηςΑράπηςπροκάλυψηανεμογραφία




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit