νομοθετικός

формы словаβ
νομοθετικός
законодательный;
          ~ή εξουσία — законодательная власть;
          ~ό διάταγμα — законодательный акт



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово законодательный? — νομοθετικός
как с (ново)греческого переводится слово νομοθετικός? — законодательный


ποτιστικόςνηματοπονητικόςαχαμνάδαερυσιβώδηςμασητήρκατάβρεγμαδιορίζωμπενετάδακλαρινέτοραδιούργοςδιαβεβαίωνωκαθιερωτικόςτούρκικοςζωστικόσημασιολογικόςαπογοήτευσιςξετινάζωδιέξοδοςαποταμίευμοεκπατρίζωπολυχρόνιος





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit