καταναγκαστικός

формы словаβ
καταναγκαστικός
1) принудительный;
          ~ά μέτρα — принудительные меры;
          ~ή εργασία или τά ~ά (έργα) — принудительные работы



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово принудительный? — καταναγκαστικός
как с (ново)греческого переводится слово καταναγκαστικός? — принудительный


γρίβαςαγκαλώραχοκόκαλολιοπύριλαρυγγοπληγίαεπανακάμπτωαχαλινωσιάψηλοκρατιέμαισεληνοτροπισμόςμακάριθοπτικάβραδυκαρδίακανακάρισσαξαναζήσιμοκαπνίλαγιόμισημεσοκάρπιοςαυτομαγνήτισηυπήχθηνυποκλίνομαικακομελετώ





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit