σκληραγωγικός

формы словаβ
σκληραγωγικός
закаливающий (перен.)



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово закаливающий? — σκληραγωγικός
как с (ново)греческого переводится слово σκληραγωγικός? — закаливающий


διαστροφικόςαεροηλιόλουτροτίασδερεύωκαλλιτεχνίαακέραιοςσυμμαχητήςπτερώνωπολύγραμμοςεμβαθύνωοπωρόζηδίγλωσσοςκομμωτικόςαναφλογισμένοςακαθήλωτοςμεζεκλίδικοςθαλαμάρχηςκωλοσούρνωχειροδετώώσηνινί




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit