πετρόλοφος

формы словаβ
πετρόλοφος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово πετρόλοφος? —


αδιάλλαχτοςανθρωποσωστικάγκελλώταχυδρόμησητσαΐριδιύλισηακατακάθιστοςχρυσολάτρηςπάκτωμαλεκανοπέδιοπεζολογίαιστιοδρομίαμεσαιωνοδίφηςδεκάδιπλοςσημείοβλαστοκοπωκόχησυνεταιρισηκόςμασκαρεμένοςξαστέρωμαβουβά




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit