διαγουμισμένος

формы словаβ
διαγουμισμένος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово διαγουμισμένος? —


λιόδρομοπολιτειακόςσύντρόφισσαβηματίζωειρημένοςψυχίατροςπολυκυτταρικόςαπευκταίοςβοτανισμένοςπαρηγορούμαιομιλήτριαμουγκοφυσάωκαμήλαέκρυθμοςμικροκλέφτηςανομοιότητααηδονίζωτίσύναπαντιέμαικρεβατομουρμούραγόνιμος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit