σάλιαγκ|ος

формы словаβ
σάλιαγκ|ος
ο зоол. улитка



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово улитка? — σάλιαγκος
как с (ново)греческого переводится слово σάλιαγκος? — улитка


βαθμολογικόςαποσκεπάζωψυχολογικόςγραμμογράφοςυποχονδρίαθεαματικότηταπροδιαγραφήγκρυλλώνωανεμοβλογιάσφάλισμαανήξευροςκινηματογραφιστήςρεμέτζοαυθορμητισμόςαλυσώνωβεβιασμέναμόροςεθνεγερσίαπρωτόβγαλτοςδύσληπτοςβλεφαρίζω





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit