δυναμικό

формы словаβ
δυναμικό
το потенциал;
          πολεμικό ~ — военный потенциал;
          διαφορά ~ού — разность потенциалов



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово потенциал? — δυναμικό
как с (ново)греческого переводится слово δυναμικό? — потенциал


φαρμακωμένοςθερμοκρασίακαψώνωανοίγομαιδιθάλασσοςβόλταταυτόδοξοςλιθοδόμοςεκτραχηλίζομαιραχίτιδαφίλιωμαφωτοτακτισμόςπροσκάλεσμαχρηματοδότησηπρογινώσκωγειτονιάταυτόσημοςενέταμονολιγοκύτταροςυπερήλιξτρουχίζω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit