εξερευνημένος

формы словаβ
εξερευνημένος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово εξερευνημένος? —


κωπηλασίααλαμπάδιαστοςγυναικωνίτηςβιαιοπραγώκαταλεπτώςτρισδιάστατοςπαλαιοανθρωπολογίασφιγκτήραςελαιοπαραγωγόςγροθίζωγλιδιάρηςαφρόλουτροαπλαστικόςλιθοδιάλυσιςεγχυτήραςχαλεπώςγαλακτίνηφουγάρογάδοςγενειοφορώοπισθοχωρώ





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit