τελμάτωση

формы словаβ
τελμάτωση



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово τελμάτωση? —


άσοφοςστεατικόςεκταίοςχωριατόσπιτοαντεπανάστασηλαοπρόβλητοςεπαναπατρισμόςαστρονομικάπαραπατάωκομμουνιτατζήςβουναλάκιβαμένοςστενοχωρημένοςσπιτονοικοκυράεισπράκτοραςκουτορνίθικουτουρούπιτζαμούλαμελαγχροινόςκλόμππαντοδυναμία




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit