διαπλατύνω

формы словаβ
διαπλατύνω
(αόρ. διεπλάτυνα) расширять (улицу, площадь)



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово расширять? — διαπλατύνω
как с (ново)греческого переводится слово διαπλατύνω? — расширять


ανάπτυξηζώβαθυσκάφοςεξακριβωτικόςβραδείαειδοποιητήριοςναργιλέςδιώκτριαδανιστίπαρακρούωαρβαλίζωκαταπείθομαιηλεκτροφυσιολογίαστάλαξηακουβέντιαστοςπανέριλννοτυπνκόςκανονιοβολισμόςαναθρεπτήραςενθουσιάζομαιεμπειριοκριτικισμός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit