απολεπτύνω

формы словаβ
απολεπτύνω
(αόρ. απελέπτυνα, παθ. αόρ. απελεπτύνθην) утончать



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово утончать? — απολεπτύνω
как с (ново)греческого переводится слово απολεπτύνω? — утончать


χαρτομαντείαγκριζούληςακατάσχετολαχτάρισμααχθοφορίακαχεξίαγλυκοκουβεντιάζωηλεκτροεγκεφαλογράφημασταρσυνυποσχετικόαλαργεμένααξονικόςσκάτωμααυτογέννητοςανεξασθένητοςανεξάλειπτογιγαντομάχοςαναγλύφωλευκαστήςανεχίτωμαπύρεξις




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit