τυπογραφικός

формы словаβ
τυπογραφικός
типографский;
          ~ό λάθος — опечатка;
          ~ά στοιχεία — литеры



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово типографский? — τυπογραφικός
как с (ново)греческого переводится слово τυπογραφικός? — типографский


πλοιοκτησίαπατρωνάρωτερματάκιντροπερόςερωτόπλαστοςψευδοπατριωτισμόςζέσταναυκληρίαυδρεύομαιtest2ανομοιώνωλιγουδιάρηςκατωτέρωαριότριχοςκομπλέμουντζαλιάανεδαφικόςπιτσιλώκαταχθονιότηταμπαρουτόλασπηφάσιμο




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit