παραγραφή

формы словаβ
παραγραφή
η юр. давность;
          η προθεσμία τής ~ής — срок давности



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово давность? — παραγραφή
как с (ново)греческого переводится слово παραγραφή? — давность


χειραγωγίασυλλειτουργώονομαστικώςβαρελίσιοςαναγνώστηςκαβουρόψυχαζήτουλαςεπιθεωρημένοςφούλιγιοφύριένσημονουνέχειααγαρμποςελληνορρωμαϊκόςοδόμετρογυφτιάζωμούχλαςχειμωνικόςραδιοηλεκτρονικήσυσσώρευσηπρήζομαι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit