σκέτα

формы словаβ
σκέτα
:
          νέτα-σκέτα — без обиняков, прямо, открыто, напрямик



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово σκέτα? —


γίνομαιξεσκούντημαπροβλεπτικόςλεοπάρδαληβούθουναςτετραγωνάκιβοΐζωθερμοκαυτήραςτεσσαρακονταετηρίδαενδομυϊκόςγλυκοκοιτώαλετρόχεροφαρυγγόσπασμοςσχοίνοκοσμογυρισμένοςπουλητήςστημονιάζωκαταδολίευσηπροϋπολογίζωεύχρηστοςδιεισδύω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit