βενετσιάνικ|ος

формы словаβ
βενετσιάνικ|ος
, η, ο венецианский;



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово венецианский? — βενετσιάνικος
как с (ново)греческого переводится слово βενετσιάνικος? — венецианский


υστερορραγίακατακυρώνωηλεκτραρνητικότηταδέραςθηροφύλακαςστραβοκυττάζωβράχνιασμαδυσκοιλιότητακίρρωσιςκαλομίλητοςγκαρσόνιμέτωποολόξανθοςαναρμόδιοςεπικοινωνιολογίαεπιτραπέζιοςπροσκαλνάωδιδακτήριοαγαλλιώσύναρσηεκμαυλισμός





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit