αγωγιμότητα

формы словаβ
αγωγιμότητα
η физ. проводимость;
          ~ ηλεκτρική — электропроводность;
          ~ θερμική — теплопроводность



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово проводимость? — αγωγιμότητα
как с (ново)греческого переводится слово αγωγιμότητα? — проводимость


κορδακισμόςσυμμισατορεύωμεταλλογραφίασφιχτοδεμένοςατακτώσαπρίαπάγοςσακκολέβασατινάρωακτίνιονμαραμένοςδιαπεραίωσηΙλλυρόςσπιτάκιπρόστησιςρινολαλίααυτοκράτειρααπρολόγητοςαμάθειαμονομηνιάτικαπυρακτώνομαι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit