δίπρακτ|ος

формы словаβ
δίπρακτ|ος
двухактный



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово двухактный? — δίπρακτος
как с (ново)греческого переводится слово δίπρακτος? — двухактный


πολεμόωυποστηρικτήςσελίδωσησφιχτοδεμένοςφωτοπαγίδαανάπαλινοκέλαμυαλόμωρούδιδερμάτινοςσταχτερόςδισταχτικότητααπαραφύλακτοςμπαρούτηελαιόπλακούςτσοπανόσκυλοσπλαχνίζομαιαμμοκονίασηδεκαπλασιάζωλαίμαργοςαμβλύνους




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit