μάρμαρο

формы словаβ
μάρμαρο
το мрамор;

===
          στήθος ~ — атлетическая грудь;
          έμεινε ~ — [phrase]он окаменел[/phrase];
          τά χέρια σου είναι ~ — [phrase]твои руки холодны как лёд[/phrase]



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово мрамор? — μάρμαρο
как с (ново)греческого переводится слово μάρμαρο? — мрамор


μαύρισμαξιπάζωπλατύβαθροχαστούκιπεριτραχήλιοανθοτύριανάδυσηακολόβωτοςσιγμόςφυσομανητόθεατρομανήςαντίποινακυπρινοτροφίαοντογονίαέφοροςυπεισήχθηνισοβιότηταατύχημαμάγκικοςχαλαζόπτωσημεταγραμματίζω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit