εργόχειρο

формы словаβ
εργόχειρο
το рукоделие



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово рукоделие? — εργόχειρο
как с (ново)греческого переводится слово εργόχειρο? — рукоделие


ταραχτικόςΑργεντινέζαμπαταξίδισσαεμπειροπόλεμοςπλώραπαίδαροςγρατζούνισμαζούδιοστραβοδίβολοςλιγνίνηφωτογένειαγλωσσομάθειατέϊοάβαφτοςμαυρομάτικαφτωχοαγροτικόςεμπεταστήςντόαποκατεστημένοςτήραγμααναδεύομαι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit