κολπόσπασμος

формы словаβ
κολπόσπασμος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово κολπόσπασμος? —


συσκότισηεκλογήμελάτηεποστρακιστικόςανθομυρίζωχιονοστιβάδαξώπασχααχνιάσαινσιμονισμόςωρολογοποιόςασυννέφιαστοςδευτεροτρόπιδαελκτικόςεικοσαήμεροχτίσηδειλιάζωγαλάτωμααξαδέρφηπολύγλωσσοςτσακπινιάαχυλία





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit