υποδιαιρώ

формы словаβ
υποδιαιρώ
(αόρ. υποδιήρεσα) подразделять, делить;



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово подразделять? — υποδιαιρώ
как на (ново)греческом будет слово делить? — υποδιαιρώ
как с (ново)греческого переводится слово υποδιαιρώ? — подразделять, делить


πρωτόνιοαρτεργάτριακολλητσίδασιλλιμανίτηςκενότητασυλλέκτριααπαραίτητοςεξωστρέφειαόμικρονσκάσιμονιότημοναστηράκιδιοπτρικήλογοπαικτώδιατεθειμένοςσυγκρατούμαιθρομβοκυττάρωσηκαλοθάλασσοςαθεμελίωτοςαντιμεταθετικάυπερβαίνω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit