έμιξα

формы словаβ
έμιξα
αόρ. от μιγνύω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово έμιξα? —


ανοικτιρμοσύνηβιομετρίαβυρσοδεψίαδιάθλασησυμμαζεμένοςτερματισμόςχολκουργείογυναικωνίτηςκαθημερινόςπροηγηθείςυδρόρροιασφανταχτερόςαυτοφανήςοπισθοδρόμησηυπερβαίνωγραικόςανθρωποκυνήγιάπεπτοςσηψιγόνοςαποζύμωμαδιδυμοτοκία




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit