γενναιόδωρα

формы словаβ
γενναιόδωρα



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово γενναιόδωρα? —


επάρτηςκατατόπισηκαμηλάρηςαφότουξινοκέρασοαποξεχνάωιδιωτικοποίησηιδιότυπατζένεροραδικίέμβασιςασυνάντητοςπαινιέμαιεύδαιμονώαλατοφύλακαςτσιρίσιεκκρουστικόςιερατεύωάγγιχτασομμιέκαυχηματίας




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit